Ανάμεσα στά στοιχειωμένα δάση
καταμεσής σε βουνίσιες διαδρομές
σκεπασμένες με τα φθινοπωρινά φύλλα
αναζητώ , διάφανους ελπιδοφόρους ορίζοντες
ελαφρά εκτροχιασμένη η προσμονή
σαν ιριδίζουσα σκιά, των συσκευασμένων ιδεών
ω… μια καρικατούρα γελοίου αναγνώσματος
εξευτελίζομαι……
ψάχνοντας εκκολαπτόμενα όνειρα
μες του απογεύματος την αχλή
στις σκοτεινές ώρες της αιχμαλωσίας μου
ταίρι μου, έχω την φωνή μου
παράτολμη χίμαιρα αλλοίωσε την ψυχή μου
σε βαθιά πεζές συγκινήσεις
ένιωσα ρίγος κοιτώντας τα πεταμένα ράκη
την μυστική αμφίβολη, ημέρα
σκοτεινό το νεφέλωμα στης πόλης το χάος
άσπρα τα πρόσωπα πίσω από κάγκελα
θυμωμένη η θεότητα, στου αντιπάλου χρόνου την ροή
εικόνα ασπρόμαυρη του ξεθωριασμένου μου νου
εμποτισμένη με νερό
από τους μακρινούς μουσώνες
την φωτεινή εποχή ασημένια ανέμη, τύλιγε στον άγριο άνεμο
συσκευασίες με ανυποψίαστα όνειρα
στην καρποφόρα αγκαλιά, ….ένα τυρκουάζ φτερό
Ελπίδα.
Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2009
Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2009
οι αδιαίρετοι
Τα βλέφαρα εκστατικά κλείσαν,
άηχη η κραυγή βγαίνει απ’ το στόμα
μοναχικό κορδόνι κρεμασμένο στο λαιμό σου ο έρωτάς μου
στέκει ορθός, για να στήσει την σκηνή του ανάμεσά μας
βαρύ έρεβος κύκλωσε του πόθου την ανεξέλεκτη βουή
αυθαίρετη η ανάσα σου..
κυλινδρικά φωτίζει τα κορμιά μας
στην κορυφή ψηλά του πύργου της απολαυστική αναζήτησης
οι πρώτες ακτίνες της αυγής ξεμύτισαν
εκθαμβωτικά ασάλευτος στεκόσουν
δεσμώτης στης αγκαλιάς την ζεστή ευλογία
σαν ένα σκοτεινό επικίνδυνο κενό
ξεδιψασμένη η γλώσσα, πηγή που ανέβλυσε της νύχτας τις ελπίδες
ρυθμικά ανεβαίνει το στήθος,
ώρα μαγική το ξόρκι της σιωπής
(περιστασιακοί) αδιαίρετοι οι ψίθυροι ,
τραγούδι εξαίσιο μελωδικό ακούγεται
θα σπάσεις….ερωτικός ιστός μας τύλιξε
στον σκοτεινό λάκκο του ύπνου
Τα όνειρα καιροφυλακτούν, με το αιχμηρό τους δόρυ
αγγίζουν το κορμί σου
Άγριος άνεμος με παρέσυρε… χάθηκα
έχω τα χέρια σου πλεγμένος κισσός στους ώμους μου.
αν μ αγάπησες χαμογέλα μου
Eλπίδα
άηχη η κραυγή βγαίνει απ’ το στόμα
μοναχικό κορδόνι κρεμασμένο στο λαιμό σου ο έρωτάς μου
στέκει ορθός, για να στήσει την σκηνή του ανάμεσά μας
βαρύ έρεβος κύκλωσε του πόθου την ανεξέλεκτη βουή
αυθαίρετη η ανάσα σου..
κυλινδρικά φωτίζει τα κορμιά μας
στην κορυφή ψηλά του πύργου της απολαυστική αναζήτησης
οι πρώτες ακτίνες της αυγής ξεμύτισαν
εκθαμβωτικά ασάλευτος στεκόσουν
δεσμώτης στης αγκαλιάς την ζεστή ευλογία
σαν ένα σκοτεινό επικίνδυνο κενό
ξεδιψασμένη η γλώσσα, πηγή που ανέβλυσε της νύχτας τις ελπίδες
ρυθμικά ανεβαίνει το στήθος,
ώρα μαγική το ξόρκι της σιωπής
(περιστασιακοί) αδιαίρετοι οι ψίθυροι ,
τραγούδι εξαίσιο μελωδικό ακούγεται
θα σπάσεις….ερωτικός ιστός μας τύλιξε
στον σκοτεινό λάκκο του ύπνου
Τα όνειρα καιροφυλακτούν, με το αιχμηρό τους δόρυ
αγγίζουν το κορμί σου
Άγριος άνεμος με παρέσυρε… χάθηκα
έχω τα χέρια σου πλεγμένος κισσός στους ώμους μου.
αν μ αγάπησες χαμογέλα μου
Eλπίδα
Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2009
Αυταπάτη
Σ αυτό το λιμάνι πάντα μένω
ακίνητη…. κοιτώ τα πλοία
γεμάτα τα αμπάρια τους
ελπίδες, όνειρα τσαλακωμένα
Ιαχές στο έρεβος της νύχτας, οι ανέφικτες επιθυμίες μου
μ αγκαλιάζουν σαν την αγράμπελη
στο διάζωμα αρχαίου ναού ερειπωμένου
στου μύθου τον γαλάζιο τον αχό, σου έκλεψα την φράση την έκανα
κείμενο, ποίημα, λυρικό
Μην μ’ αφήσεις μόνη να σε περιμένω
φοβάμαι τις σκιές πίσω από τις βαριές κουρτίνες
των ανήλιαγων δωματίων στα ξενοδοχεία της αγανάκτησης..
Πίσω από τα κλειστά παράθυρα εφορμούν τα ξωτικά
με κοιτούν ειρωνικά από τις γρίλιες
ξεδιάντροπα ,προβάλλουν …..
με κυκλώνουν ζητούν να με ταπεινώσουν
Βγαίνουν οι ερινύες με τα μάτια μια απειλή,
με σφιγμένα πρόσωπα
Φοβάμαι…
Από τους τοίχους της ταπετσαρίας
μαραμένα πέφτουν τα μπουκέτα, χλωμά στο μισοσκόταδο,
χάνουν τα πέταλα τους, την στιλπνότητά τους
ξεψυχούν λυπημένα, σχηματίζοντας κύκλους αιμάτινους στο πάτωμα
αιωρείται η σκόνη
λαμπυρίζοντας ,
γύρω από μια ξεχασμένη ηλιαχτίδα που κλεφτά εισέβαλε σαν σφαίρα το δωμάτιο
γεμίζει σκιές η απουσία σου….έλα για λίγο να μ αγκαλιάσεις
την αυταπάτη ποθώ να νιώσω…
το πιο γλυκό πράγμα στον κόσμο..
Ελπίδα..
ακίνητη…. κοιτώ τα πλοία
γεμάτα τα αμπάρια τους
ελπίδες, όνειρα τσαλακωμένα
Ιαχές στο έρεβος της νύχτας, οι ανέφικτες επιθυμίες μου
μ αγκαλιάζουν σαν την αγράμπελη
στο διάζωμα αρχαίου ναού ερειπωμένου
στου μύθου τον γαλάζιο τον αχό, σου έκλεψα την φράση την έκανα
κείμενο, ποίημα, λυρικό
Μην μ’ αφήσεις μόνη να σε περιμένω
φοβάμαι τις σκιές πίσω από τις βαριές κουρτίνες
των ανήλιαγων δωματίων στα ξενοδοχεία της αγανάκτησης..
Πίσω από τα κλειστά παράθυρα εφορμούν τα ξωτικά
με κοιτούν ειρωνικά από τις γρίλιες
ξεδιάντροπα ,προβάλλουν …..
με κυκλώνουν ζητούν να με ταπεινώσουν
Βγαίνουν οι ερινύες με τα μάτια μια απειλή,
με σφιγμένα πρόσωπα
Φοβάμαι…
Από τους τοίχους της ταπετσαρίας
μαραμένα πέφτουν τα μπουκέτα, χλωμά στο μισοσκόταδο,
χάνουν τα πέταλα τους, την στιλπνότητά τους
ξεψυχούν λυπημένα, σχηματίζοντας κύκλους αιμάτινους στο πάτωμα
αιωρείται η σκόνη
λαμπυρίζοντας ,
γύρω από μια ξεχασμένη ηλιαχτίδα που κλεφτά εισέβαλε σαν σφαίρα το δωμάτιο
γεμίζει σκιές η απουσία σου….έλα για λίγο να μ αγκαλιάσεις
την αυταπάτη ποθώ να νιώσω…
το πιο γλυκό πράγμα στον κόσμο..
Ελπίδα..
Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2009
Χέρι - χέρι...
Σιωπή απλώθηκε παντού
του ήλιου το μικρό καράβι επήρες
και έβαλες πλώρη…
μέσα στα ονείρατά μου, μόνος ταξίδεψες
στο δρόμο σου, φοβέρες εμπόδια, ‘στήσαν
μα εσύ, τραγουδούσες και τα πουλιά
ξαφνιασμένα πετούσαν..
λες και μια μάγισσα τα σήκωσε
από του ύπνου την ζεστή φωλιά τους..
χάθηκες – λησμόνησες τα βήματα
που αντάμα σύραμε στης ζωής
τον κρυστάλλινο τον κύκλο..
αναπολώ τα μάτια σου..δυο σταξιές καφέ..
σε χώμα ξερό ακουμπισμένες
ένα ταξίδι ζητούσα να πάμε
το βλέμμα μαζί να ατενίσουμε
στην βουή της απέραντης θάλασσας
πιασμένοι χέρι – χέρι. Νικητές
Αναπνοή – εκπνοή είναι η ζωή μου
για σένα….
μιας στιγμής άνοιγμα ήταν
σύννεφα λευκά μες στης καταιγίδας την δύνη
κρεμώ στους τοίχους
δικά μου αισθήματα
πάρε τα ...ξεπούλησέ τα στην στιγμή
τα δάκρυα της λύπης μου
αφαιρώ από της λεύκας
τα κίτρινα φύλλα…..
απόμαχη στο οχύρωμά μου.
Περιμένω την ήττα…
Ελπίδα
του ήλιου το μικρό καράβι επήρες
και έβαλες πλώρη…
μέσα στα ονείρατά μου, μόνος ταξίδεψες
στο δρόμο σου, φοβέρες εμπόδια, ‘στήσαν
μα εσύ, τραγουδούσες και τα πουλιά
ξαφνιασμένα πετούσαν..
λες και μια μάγισσα τα σήκωσε
από του ύπνου την ζεστή φωλιά τους..
χάθηκες – λησμόνησες τα βήματα
που αντάμα σύραμε στης ζωής
τον κρυστάλλινο τον κύκλο..
αναπολώ τα μάτια σου..δυο σταξιές καφέ..
σε χώμα ξερό ακουμπισμένες
ένα ταξίδι ζητούσα να πάμε
το βλέμμα μαζί να ατενίσουμε
στην βουή της απέραντης θάλασσας
πιασμένοι χέρι – χέρι. Νικητές
Αναπνοή – εκπνοή είναι η ζωή μου
για σένα….
μιας στιγμής άνοιγμα ήταν
σύννεφα λευκά μες στης καταιγίδας την δύνη
κρεμώ στους τοίχους
δικά μου αισθήματα
πάρε τα ...ξεπούλησέ τα στην στιγμή
τα δάκρυα της λύπης μου
αφαιρώ από της λεύκας
τα κίτρινα φύλλα…..
απόμαχη στο οχύρωμά μου.
Περιμένω την ήττα…
Ελπίδα
Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2008
Ξεπεζεμένο άρμα...
Βρέχει και γέρνουν λοξά οι σταλαγματιές
σαν τις χτυπά με μίσος ένας άγριος άνεμος
σύννεφα σκούρα σε τύλιξαν,
σκοτεινιασμένος ο ήλιος και εσύ ακούμπησες
στο πολυπλάνητο κιγκλίδωμα της φαντασίας μου..
λουσμένος στα πολύτιμα στολίδια σου!!!!
κοιτάζω έξω τις μακριές κορυφές των δέντρων, γέρνουν
συνεπαρμένες από την ευγένεια σου
λυγίζουν, ζητώντας τα μάτια σου, εκλιπαρώντας
να σ αγγίξουν, χαϊδεύουν φευγαλέα την σκιά σου..
έχει μιαν αγριάδα έξω ο καιρός
και εγώ στην μελαγχολική μου κάμαρα
συλλογίζομαι το ξεπεζεμένο άρμα του ονείρου μου
άδειο, χωρίς αναβάτη με τα αφηνιασμένα άλογα να τρέχουν
ξέφρενα, στης σκέψης το ανήλιαγο δρόμο..
πότε θα νιώσω καλά?
Κράτησέ με…
Ελπίδα..
σαν τις χτυπά με μίσος ένας άγριος άνεμος
σύννεφα σκούρα σε τύλιξαν,
σκοτεινιασμένος ο ήλιος και εσύ ακούμπησες
στο πολυπλάνητο κιγκλίδωμα της φαντασίας μου..
λουσμένος στα πολύτιμα στολίδια σου!!!!
κοιτάζω έξω τις μακριές κορυφές των δέντρων, γέρνουν
συνεπαρμένες από την ευγένεια σου
λυγίζουν, ζητώντας τα μάτια σου, εκλιπαρώντας
να σ αγγίξουν, χαϊδεύουν φευγαλέα την σκιά σου..
έχει μιαν αγριάδα έξω ο καιρός
και εγώ στην μελαγχολική μου κάμαρα
συλλογίζομαι το ξεπεζεμένο άρμα του ονείρου μου
άδειο, χωρίς αναβάτη με τα αφηνιασμένα άλογα να τρέχουν
ξέφρενα, στης σκέψης το ανήλιαγο δρόμο..
πότε θα νιώσω καλά?
Κράτησέ με…
Ελπίδα..
Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2008
το πουλί με το εβένινο φτέρωμα..
Μέσα από τον τρεμάμενο άνεμο
που γέρνει πλαγιαστά τις κορφές των δέντρων
έρχεται ο αχός της σκέψης σου
στραφταλίζει το πρόσωπο
ασημένιες σταγόνες εδώ και εκεί
κατάχαμα ριγμένες οι θύμησες
Στο τραπέζι της κουζίνας αφημένο το όνειρο
μάγισσες το κύκλωσαν
μεθυσμένο χορεύει ….
ακολουθεί σκοπούς, προαιώνιων μυστηρίων
στης μοναξιάς το γκρίζο μονοπάτι
χρωματιστό μελάνι απλώθηκε
μαύρο πουλί, επάνω στο χαρτί
ζωγραφίζει με το ράμφος του
σκιαγραφεί σχήματα, ερμηνεύει χρησμούς
τρέσες τα μαλλιά σου, καλύπτουν
της νύχτας τον μανδύα
σημάδια ,χαρακιές…οι επιθυμίες
ξαναγεννιέται πολυάστερος ουρανός
λαχανιασμένα τα λευκά δάχτυλα αγγίζουν
μέσα στην ηδονική παρουσία μαστούς..
θηλές ρόδινες ,στο χαμηλό κρεβάτι
τα όνειρα συνωμοτούν ,κάνοντας επιδέξιο έρωτα
σαν βέλη καρφώνονται στην πλάτη, στους ώμους
αργές μπερδεμένες οι αισθήσεις…
είναι σχεδόν απομεσήμερο..
που πήγαν οι εραστές?
Αυτός ο γρίφος είναι αδιέξοδος
Ελπίδα…
που γέρνει πλαγιαστά τις κορφές των δέντρων
έρχεται ο αχός της σκέψης σου
στραφταλίζει το πρόσωπο
ασημένιες σταγόνες εδώ και εκεί
κατάχαμα ριγμένες οι θύμησες
Στο τραπέζι της κουζίνας αφημένο το όνειρο
μάγισσες το κύκλωσαν
μεθυσμένο χορεύει ….
ακολουθεί σκοπούς, προαιώνιων μυστηρίων
στης μοναξιάς το γκρίζο μονοπάτι
χρωματιστό μελάνι απλώθηκε
μαύρο πουλί, επάνω στο χαρτί
ζωγραφίζει με το ράμφος του
σκιαγραφεί σχήματα, ερμηνεύει χρησμούς
τρέσες τα μαλλιά σου, καλύπτουν
της νύχτας τον μανδύα
σημάδια ,χαρακιές…οι επιθυμίες
ξαναγεννιέται πολυάστερος ουρανός
λαχανιασμένα τα λευκά δάχτυλα αγγίζουν
μέσα στην ηδονική παρουσία μαστούς..
θηλές ρόδινες ,στο χαμηλό κρεβάτι
τα όνειρα συνωμοτούν ,κάνοντας επιδέξιο έρωτα
σαν βέλη καρφώνονται στην πλάτη, στους ώμους
αργές μπερδεμένες οι αισθήσεις…
είναι σχεδόν απομεσήμερο..
που πήγαν οι εραστές?
Αυτός ο γρίφος είναι αδιέξοδος
Ελπίδα…
Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2008
Ελεγεία
Αγάπες πικρές – στοιχειωμένες
θρηνητικά τραγούδια αποχωρισμού
ξεπηδούν από το σταμνί των θυμήσεων μου
οι ιβίσκοι κλείσαν τα κόκκινα άνθη τους,
μαραθήκαν αντίκρυ στον ήλιο
τι τα θες…..όλα χάνονται – σβήνουν,
τον ρυθμό μου ζητώ να αυξήσω
να ανασάνω κινώντας για το αδιάκοπο φέγγος
Χωρίς φωνή, σιωπηλή μες της χώρας
την απέραντη μύσι,
κορίτσι μεστό που με σιγουράδα ανασαίνει
της ελπίδας την σκόνη,
φεύγω….εγκαταλείπω τους ήχους ,
της εύκαιρης ώρας
ελεύθερη πετά η πεταλούδα της νύχτας
και ας της καίει το φως, τα φτερά της
δεμένη με μάγια η αυγή φανερώνει
της μέρας την αραχνοΰφαντη στολή,
και εγώ ανεμώνη με κίτρινα πέταλα
ελπίζω, η μορφή σου να ξεπροβάλει
στην άσπιλη ώρα της συνάντησης
ίσως..
Ελπίδα
θρηνητικά τραγούδια αποχωρισμού
ξεπηδούν από το σταμνί των θυμήσεων μου
οι ιβίσκοι κλείσαν τα κόκκινα άνθη τους,
μαραθήκαν αντίκρυ στον ήλιο
τι τα θες…..όλα χάνονται – σβήνουν,
τον ρυθμό μου ζητώ να αυξήσω
να ανασάνω κινώντας για το αδιάκοπο φέγγος
Χωρίς φωνή, σιωπηλή μες της χώρας
την απέραντη μύσι,
κορίτσι μεστό που με σιγουράδα ανασαίνει
της ελπίδας την σκόνη,
φεύγω….εγκαταλείπω τους ήχους ,
της εύκαιρης ώρας
ελεύθερη πετά η πεταλούδα της νύχτας
και ας της καίει το φως, τα φτερά της
δεμένη με μάγια η αυγή φανερώνει
της μέρας την αραχνοΰφαντη στολή,
και εγώ ανεμώνη με κίτρινα πέταλα
ελπίζω, η μορφή σου να ξεπροβάλει
στην άσπιλη ώρα της συνάντησης
ίσως..
Ελπίδα
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
